Η αναβάθμιση των 38 F-16 Block 50 σε διαμόρφωση Viper αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα για την ομογενοποίηση του στόλου των μαχητικών της Πολεμικής Αεροπορίας. Το επόμενο μεγάλο κεφάλαιο αφορά πλέον ένα από τα σημαντικότερα υποσυστήματα κάθε σύγχρονου μαχητικού και αφορά το σύστημα αυτοπροστασίας (Electronic Warfare – EW), το οποίο καλείται να εξασφαλίσει την επιβίωση του αεροσκάφους απέναντι σε ολοένα πιο εξελιγμένες απειλές.
Σύμφωνα με πληροφορίες του OnAlert, στο Αεροπορικό Επιτελείο βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη η αξιολόγηση των διαθέσιμων λύσεων για τη νέα γενιά συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου που θα αντικαταστήσουν σταδιακά τα ASPIS II των ελληνικών F-16. Αν και παραδοσιακά ο φυσικός προμηθευτής θεωρείται η αμερικανική βιομηχανία, τα δεδομένα φαίνεται ότι διαφοροποιούνται, καθώς οι ισραηλινές εταιρείες εμφανίζονται αποφασισμένες να διεκδικήσουν δυναμικά το πρόγραμμα, αξιοποιώντας τόσο την επιχειρησιακή εμπειρία που διαθέτουν όσο και τη στρατηγική συνεργασία Αθήνας – Τελ Αβίβ.
Το ενδιαφέρον αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε προχωρημένη συνεργασία με το Ισραήλ σε μια σειρά εξοπλιστικών προγραμμάτων, από τον αντιαεροπορικό θόλο «Ασπίδα του Αχιλλέα» μέχρι τους πολλαπλούς εκτοξευτές PULS, γεγονός που δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό περιβάλλον και για νέες συνεργασίες στον τομέα του ηλεκτρονικού πολέμου.
Το ASPIS II πλησιάζει στα όριά του
Το σύστημα ASPIS II αποτέλεσε για περισσότερα από είκοσι χρόνια την «ασπίδα» των ελληνικών F-16 Block 52+ και Block 52+ Advanced.
Όταν εγκαταστάθηκε θεωρούνταν από τα κορυφαία συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου παγκοσμίως. Παρείχε ολοκληρωμένη προστασία απέναντι σε ραντάρ έρευνας, εγκλωβισμού και καθοδήγησης πυραύλων, συνδυάζοντας δέκτη προειδοποίησης RWR, ενεργό παρεμβολέα, σύστημα εκτόξευσης αναλωσίμων και προηγμένο λογισμικό διαχείρισης απειλών.
Ωστόσο, δύο δεκαετίες αργότερα το επιχειρησιακό περιβάλλον έχει αλλάξει ριζικά.

Η εμφάνιση ψηφιακών ραντάρ AESA, νέων συστημάτων αεράμυνας μεγάλης εμβέλειας, αισθητήρων πολλαπλών συχνοτήτων και εξελιγμένων πυραύλων απαιτεί μια εντελώς νέα φιλοσοφία αυτοπροστασίας ενώ προκύπτουν και ζητήματα συμβατότητας.
Οι σύγχρονες σουίτες EW δεν αρκούνται πλέον στην απλή προειδοποίηση του χειριστή. Αναγνωρίζουν αυτόματα την απειλή, ταξινομούν τον τύπο του ραντάρ, δημιουργούν την κατάλληλη μορφή ηλεκτρονικής παρεμβολής, ενεργοποιούν αυτόματα τα αντίμετρα και συνεργάζονται πλήρως με το Mission Computer του αεροσκάφους, επιτρέποντας στον χειριστή να επικεντρώνεται στην αποστολή.
Οι απαιτήσεις της Πολεμικής Αεροπορίας
Η Πολεμική Αεροπορία επιδιώκει ένα σύστημα το οποίο θα μπορεί να επιχειρεί αποτελεσματικά τουλάχιστον για τις επόμενες δύο δεκαετίες και όσο τα F-16 Viper θα αποτελούν τον κορμό του αεροπορικού στόλου.
Οι βασικές απαιτήσεις αφορούν:
- πλήρως ψηφιακό ηλεκτρονικό πόλεμο (Digital EW)
- δυνατότητα ταυτόχρονης αντιμετώπισης πολλών απειλών
- ανοικτή αρχιτεκτονική ώστε να αναβαθμίζεται εύκολα
- γρήγορη εισαγωγή νέων βιβλιοθηκών απειλών
- μικρό βάρος και περιορισμένες ενεργειακές απαιτήσεις
- πλήρη διασύνδεση με το F-16V Mission Computer
- συμβατότητα με Link 16 και τα νέα όπλα της ΠΑ
- δυνατότητα μελλοντικής ενσωμάτωσης νέων αισθητήρων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται, επίσης, στη δυνατότητα συνεχούς ενημέρωσης της βιβλιοθήκης ηλεκτρονικών απειλών, καθώς η εξέλιξη των τουρκικών αντιαεροπορικών συστημάτων και των εγχώριων ραντάρ επιβάλλει διαρκή προσαρμογή.
Οι αμερικανικές λύσεις
Η RTX (πρώην Raytheon), η οποία είχε αναπτύξει το ASPIS II, διαθέτει εξελιγμένες προτάσεις βασισμένες στην εμπειρία δεκαετιών στα F-16.
Παράλληλα υπάρχει και η λύση της L3Harris που μπορούν να ενσωματωθεί στην πλατφόρμα του Viper.
Το μεγάλο πλεονέκτημα των αμερικανικών προτάσεων είναι η πλήρης πιστοποίηση από τη Lockheed Martin και η απευθείας συμβατότητα με όλα τα λογισμικά του F-16V.
Επιπλέον, η υποστήριξη μέσω του αμερικανικού προγράμματος FMS εξασφαλίζει μακροχρόνια τεχνική υποστήριξη και πρόσβαση στις αναβαθμίσεις του κατασκευαστή.

Η ισραηλινή «σφήνα»
Τα τελευταία χρόνια, όμως, το Ισραήλ έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους παγκόσμιους παίκτες στον χώρο του ηλεκτρονικού πολέμου.
Οι συνεχείς επιχειρήσεις της ισραηλινής αεροπορίας σε ιδιαίτερα απαιτητικά περιβάλλοντα έχουν οδηγήσει στην ανάπτυξη συστημάτων με πραγματική επιχειρησιακή εμπειρία.
Η σημαντικότερη υποψηφιότητα προέρχεται από την Elbit Systems, η οποία ήδη αναπτύσσει νέα γενιά ολοκληρωμένης σουίτας αυτοπροστασίας για τα ισραηλινά F-16I Sufa. Το νέο πακέτο περιλαμβάνει προηγμένο ηλεκτρονικό πόλεμο, ψηφιακό RWR και παθητικό ηλεκτροοπτικό σύστημα προειδοποίησης πυραύλων (PAWS), αυξάνοντας σημαντικά την επιβιωσιμότητα του αεροσκάφους.
Το συγκεκριμένο πρόγραμμα θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό καθώς ενσωματώνει τεχνολογίες που αναπτύχθηκαν με βάση την επιχειρησιακή εμπειρία της ισραηλινής αεροπορίας.
Το πλεονέκτημα του κόστους και το εμπόδιο της πιστοποίησης
Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα που φαίνεται να διαθέτει η ισραηλινή πρόταση είναι το αισθητά χαμηλότερο κόστος σε σχέση με τις αντίστοιχες αμερικανικές λύσεις.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Elbit εμφανίζεται σε θέση να προσφέρει ένα ολοκληρωμένο σύστημα αυτοπροστασίας σε ιδιαίτερα ανταγωνιστική τιμή, διατηρώντας παράλληλα υψηλό επίπεδο επιχειρησιακών δυνατοτήτων, στοιχείο που προσελκύει το ενδιαφέρον του Αεροπορικού Επιτελείου, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου οι Ένοπλες Δυνάμεις καλούνται να υλοποιήσουν ταυτόχρονα δεκάδες μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα.

Ωστόσο, το οικονομικό πλεονέκτημα δεν αρκεί από μόνο του για να οδηγήσει στην επιλογή της ισραηλινής λύσης. Καθοριστικό παράγοντα αποτελεί η διαδικασία πιστοποίησης του συστήματος στο F-16. Σε όλες άλλωστε τις made in USA πλατφόρμες η κατασκευάστρια χώρα είναι αυτή που πρέπει να πιστοποιήσει την πλήρη ενσωμάτωση οποιουδήποτε νέου υποσυστήματος.
Είναι φυσικό οι αμερικανικές εταιρείες να διαθέτουν πλεονέκτημα σε αυτή τη διαδικασία, καθώς οι προτάσεις τους αναπτύσσονται σε άμεση συνεργασία με τον κατασκευαστή του F-16 και εντάσσονται ευκολότερα στο πλαίσιο του αμερικανικού προγράμματος FMS. Αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η επιλογή μιας ισραηλινής λύσης, αλλά ότι θα απαιτηθεί στενή συνεργασία με τη Lockheed Martin και η ολοκλήρωση όλων των απαραίτητων δοκιμών και πιστοποιήσεων πριν αυτή μπορέσει να ενσωματωθεί επιχειρησιακά στα ελληνικά F-16.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο αναμένεται να κριθεί σε μεγάλο βαθμό η εξέλιξη του προγράμματος, καθώς η Πολεμική Αεροπορία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στο χαμηλότερο κόστος και την επιχειρησιακή ευελιξία που φαίνεται να προσφέρει η ισραηλινή πρόταση, με τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται μια λύση προερχόμενη από την ίδια την αμερικανική βιομηχανία που υποστηρίζει το πρόγραμμα του F-16.
Γιατί η ισραηλινή πρόταση ενδιαφέρει την ελληνική πλευρά
Πέρα από το κόστος η ελληνική Πολεμική Αεροπορία συνεργάζεται ήδη στενά με την ισραηλινή αεροπορία. Οι κοινές ασκήσεις πραγματοποιούνται πλέον σχεδόν σε μόνιμη βάση, ενώ οι δύο αεροπορίες επιχειρούν με κοινές τακτικές απέναντι σε αντίστοιχες απειλές.
Επιπλέον, η Ελλάδα επενδύει ήδη σε σειρά ισραηλινών οπλικών συστημάτων. Το γεγονός αυτό δημιουργεί οικονομίες κλίμακας σε επίπεδο τεχνικής υποστήριξης, εκπαίδευσης και ανταλλαγής τεχνογνωσίας. Ακόμη οι ισραηλινές εταιρείες εμφανίζονται ιδιαίτερα ευέλικτες ως προς τη βιομηχανική συνεργασία και τη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.
Σε αντίθεση με τις κλασικές αμερικανικές προσεγγίσεις, οι ισραηλινές εταιρείες προσφέρουν συνήθως μεγαλύτερη πρόσβαση στον χρήστη.
Αυτό σημαίνει:
- ταχύτερη ενσωμάτωση νέων βιβλιοθηκών απειλών
- ευκολότερη προσαρμογή στις επιχειρησιακές ανάγκες
- δυνατότητα εθνικής παραμετροποίησης
- ταχύτερη αναβάθμιση λογισμικού
- μεγαλύτερη συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας.
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία αντιμετωπίζει καθημερινά συγκεκριμένες απειλές στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, η δυνατότητα γρήγορης προσαρμογής του EW αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό πλεονέκτημα.

Το περιβάλλον απειλών αλλάζει
Η ανάγκη νέου συστήματος δεν προκύπτει μόνο λόγω ηλικίας του ASPIS II και συμβατότητας .Οι απειλές έχουν μεταβληθεί δραματικά, καθώς η Τουρκία επενδύει σημαντικά σε:
- νέα ραντάρ AESA
- προηγμένα αντιαεροπορικά συστήματα
- δικτυοκεντρική διασύνδεση αισθητήρων
- UAV με δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου
- εγχώρια συστήματα ηλεκτρονικής υποστήριξης.
Τα ελληνικά F-16 θα πρέπει να μπορούν να επιχειρούν αποτελεσματικά μέσα σε ένα ιδιαίτερα πυκνό ηλεκτρομαγνητικό περιβάλλον.
Η συμβατότητα με τα F-35
Ένας ακόμη λόγος που το πρόγραμμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία αφορά την έλευση των F-35. Παρότι τα stealth μαχητικά διαθέτουν ενσωματωμένο προηγμένο ηλεκτρονικό πόλεμο, τα F-16V θα συνεχίσουν να αποτελούν τον κύριο όγκο της ελληνικής αεροπορικής ισχύος.Οι αποστολές των δύο τύπων θα είναι απολύτως συμπληρωματικές.
Επομένως, απαιτείται ένα σύστημα αυτοπροστασίας που θα μπορεί να συνεργάζεται επιχειρησιακά με τα F-35, ανταλλάσσοντας δεδομένα και λειτουργώντας στο ίδιο δικτυοκεντρικό περιβάλλον.

Το χρονοδιάγραμμα
Η αναβάθμιση των Block 50 βρίσκεται πλέον σε τροχιά υλοποίησης μετά και την έγκριση του σχετικού προγράμματος από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, με στόχο την ομογενοποίηση του στόλου σε επίπεδο Viper.
Το ζήτημα του νέου συστήματος αυτοπροστασίας αναμένεται να αποτελέσει το επόμενο μεγάλο βήμα.
Οι τελικές αποφάσεις θα εξαρτηθούν από:
- το κόστος κάθε πρότασης
- τη διαθεσιμότητα πιστοποιήσεων
- το ποσοστό ελληνικής συμμετοχής
- τις επιχειρησιακές δυνατότητες
- τον χρόνο παράδοσης.
Η τελική επιλογή
Η Πολεμική Αεροπορία δεν αναζητά απλώς έναν νέο παρεμβολέα, αλλά ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα ηλεκτρονικού πολέμου που θα συνοδεύει τα ελληνικά F-16 μέχρι τη δεκαετία του 2040 και θα επιχειρεί δίπλα στα Rafale και στα μελλοντικά F-35.
Οι αμερικανικές εταιρείες εξακολουθούν να έχουν θέσει στο τραπέζι ισχυρές υποψηφιότητες εξαιτίας της σχέσης τους με το πρόγραμμα του F-16 και της πιστοποίησης των συστημάτων. Ωστόσο, η δυναμική είσοδος των Ισραηλινών, οι οποίοι προσφέρουν επιχειρησιακά δοκιμασμένες λύσεις με σημαντικά χαμηλότερο κόστος, μεγαλύτερη ευελιξία στην ενσωμάτωση λογισμικού και σημαντικές δυνατότητες βιομηχανικής συνεργασίας, δημιουργεί για πρώτη φορά πραγματικό ανταγωνισμό.

Το βέβαιο είναι ότι το νέο σύστημα αυτοπροστασίας δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη αναβάθμιση εξοπλισμού. Πρόκειται για μία από τις πιο κρίσιμες αποφάσεις που θα καθορίσουν την επιβιωσιμότητα των ελληνικών F-16 Viper απέναντι στις ολοένα πιο σύνθετες απειλές του σύγχρονου πεδίου μάχης, διατηρώντας την Πολεμική Αεροπορία στην αιχμή της τεχνολογίας για τις επόμενες δεκαετίες.




